συμφωνία
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
συμφωνία
- siɱ.foˈni.a
Από πού έρχεται
συμφωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμφωνία
: κοινή πεποίθηση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική accord
ουσιαστικό συμφωνία · συμφωνίες · συμφωνίας · συμφωνιών
- η κοινή απόφαση, γραπτή ή προφορική, μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, για να τηρήσουν ορισμένους κανόνες
- η κοινή πεποίθηση ή δράση ασχέτως υπάρξεως ή μη κάποιας απόφασης
- διατήρηση μεταξύ κυμάτων σταθερής διαφοράς φάσης
ουσιαστικό συμφωνία · συμφωνίες · συμφωνίας · συμφωνιών
- μουσικό έργο μεγάλης έκτασης
Στα αγγλικά
- agreement grammatical agreement
- covenant binding agreement
- pact an agreement; a league; a compact; a covenant
- compact agreement or contract
- symphony piece of orchestral music
- settlement the state of being settled
- tryst (obsolete) a mutual agreement, a covenant
- coherence having the same wavelength and phase
Συζήτησε αυτή τη λέξη "συμφωνία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. συμφωνία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1 "συμφωνία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {συμφωνία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}