συν
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συν
Where it comes from
συν < σύν (καθαρεύουσα και αρχαία ελληνική) < αρχαιότατη πρόθεση ξύν
preposition συν
- πρόθεση που σημαινει μαζί και με και η οποία σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως ως πρώτο συνθετικό σύνθετων λέξεων, όπως π.χ. συμμαχώ, συναγωνίζομαι, συγχωρώ, συμπυκνώνω, συλλογίζομαι κ.λπ. Μερικές φορές χρησιμοποιείται και αυτοτελώς σε παροιμίες και άλλες καθιερωμένες εκφράσεις Θα το ξεπεράσει συν τω χρόνω (μαζί με το χρόνο, με τη βοήθειά του, αλλά και με το πέρασμα, την προσθήκη του χρόνου)
- προφορική έκφραση του μαθηματικού συμβόλου της άθροισης που στις απλές πράξεις αποδιδεται και με τον σύνδεσμο και κατά την εκφώνηση αριθμητικών παραστάσεων ή ασκήσεων δέκα συν δώδεκα χ συν παρένθεση 5 χ μείον 3 κλείνει η παρένθεση ίσον 4 ψ, δηλαδή
- συντομογραφή του συνημίτονου συν, εφ (εφαπτομένη), ημ (ημίτονο)
- μαζί με το πλην στην καθομιλουμένη για να δείξει το περίπου και επιστημονικά για να προσδιορίσει επακριβώς την απόκλιση ενός μεγέθους Θα στείλουμε συν-πλην 100 προσκλήσεις (πάνω-κάτω)
Thesaurus
In English
Talk about this word "συν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD. Accessed 6 Nov. 2026. συν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD "συν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συν},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD},
urldate = {2026-11-06}
}