συνάλλαγμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συνάλλαγμα

  • siˈna.laɣ.ma

Where it comes from

συνάλλαγμα < αρχαία ελληνική συνάλλαγμα < συναλλάσσω < σύν + ἀλλάσσω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική exchange ή (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική change )

noun συνάλλαγμα · συναλλάγματα · συναλλάγματος · συναλλαγμάτων

  1. οικονομία χρηματικό ποσό που το έχουμε μετατρέψει σε νόμισμα άλλης χώρας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε συναλλαγές στη χώρα αυτή ή σε διεθνείς συναλλαγές ※ Την ίδια ημερομηνία ο νέος τραπεζικός εκδοτικός οργανισμός, η Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργοποιήθηκε και η υποχρέωση με την οποία έχει επιφορτιστεί, σύμφωνα με το καταστατικό του, να ανταλλάξει τα χαρτονομίσματά του με ξένο συνάλλαγμα σε χρυσό, άρχισε να ... (Βίκα Δ. Γκιζελή, Κοινωνικοί μετασχηματισμ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συνάλλαγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνάλλαγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"συνάλλαγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνάλλαγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}