मिकविन

συναλλαγή

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

συναλλαγή

यह कहाँ से आया

συναλλαγή < αρχαία ελληνική < συναλλάσσω

संज्ञा συναλλαγή · συναλλαγές · συναλλαγής · συναλλαγών

  1. σχεδόν οποιαδήποτε χρηματική ή τραπεζική ενέργεια δοσοληψία ανάμεσα σε έναν πωλητή και έναν αγοραστή
  2. βάσεις δεδομένων ομάδα διαδοχικών εντολών που μεταβάλουν τη βάση δεδομένων και εκλαμβάνονται από το ΣΔΒΔ (DBMS) σαν ενιαία, ώστε όταν αποτύχει (λάθος στο πρόγραμμα ή στο σύστημα) να απορριφθεί στο σύνολό της Συγκεκριμένα, εντάσσουμε σε μια συναλλαγή όλες εκείνες τις ενέργειες διαγραφής, ενημέρωσης ή εισαγωγής γραμμών που πρέπει να εκτελεστούν μαζί επιτυχώς.

अंग्रेज़ी में

  • transaction act of conducting or carrying out business, negotiations, plans

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"συναλλαγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

συναλλαγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE

Chicago

"συναλλαγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συναλλαγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}