ميكوين

συναλλαγματική

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

συναλλαγματική

من أين أتت

συναλλαγματική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου συναλλαγματικός < αρχαία ελληνική συναλλαγματικός, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική lettre de change

اسم συναλλαγματική · συναλλαγματικές · συναλλαγματικής · συναλλαγματικών

  1. οικονομία έγγραφη εντολή που συντάσσεται με ορισμένο τύπο, κατά την οποία ένα πρόσωπο (ο εκδότης) διατάσσει ένα άλλο πρόσωπο (τον αποδέκτη) να πληρώσει σε ορισμένο τόπο και χρόνο ένα ορισμένο χρηματικό ποσό σε ένα τρίτο πρόσωπο (τον κομιστή της συναλλαγματικής). Χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο για παροχή πίστωσης.

صفة συναλλαγματική · συναλλαγματικές · συναλλαγματικής · συναλλαγματικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναλλαγματικός

بالإنجليزية

  • bill bill of exchange — see also bill of exchange
  • bill of exchange document demanding payment from another party

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"συναλλαγματική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συναλλαγματική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"συναλλαγματική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συναλλαγματική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}