Μίκουιν

συναρχία

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

συναρχία

Από πού έρχεται

συναρχία < ελληνιστική κοινή συναρχία < αρχαία ελληνική συνάρχω < σύν + ἄρχω

ουσιαστικό συναρχία · συναρχίες · συναρχίας · συναρχιών

  1. formal, rare, λόγιο, σπάνιο το να είναι κάποιος συνάρχοντας, να συνάρχει

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"συναρχία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συναρχία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1

Chicago

"συναρχία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συναρχία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}