συνασπισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συνασπισμός

  • si.na.spiˈzmos

Where it comes from

συνασπισμός < (ελληνιστική κοινή) συνασπισμός < σύν + ἀσπίς, στρατιωτικός όρος που υποδήλωνε την όμορη παράταξη πολεμιστών κατά την οποία ο κάθε στρατιώτης προφύλασσε τον διπλανό του με την ασπίδα του

noun συνασπισμός · συνασπισμοί · συνασπισμού · συνασπισμών · συνασπισμό · συνασπισμούς

  1. η συμμαχία κρατών σε πολιτικό ή/και στρατιωτικό επίπεδο
  2. η συμμαχία πολιτικών κομμάτων ή γενικότερα δυνάμεων που κατεβαίνουν με κοινό ψηφοδέλτιο στις εκλογές ή συνεργάζονται σε ένα κυβερνητικό σχήμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συνασπισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνασπισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"συνασπισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνασπισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}