συνδέω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συνδέω
- sinˈðe.o
Where it comes from
συνδέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνδέω ("δένω μαζί"). Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + δέω (>δένω)
:* για τις σύγχρονες σημασίες < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική lier ή από την αγγλική join.
verb συνδέω · σύνδεσα · συνέδεσα · συνδέομαι · συνδέθηκα · συνδεδεμένος
- ενώνω δύο πράγματα με υλικό ή άυλο δεσμό, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Αγόρασα καλώδιο για να συνδέσω τους δύο υπολογιστές.
- εντάσσω κάτι σε ένα σύνολο ή ένα δίκτυο. Ήρθε το συνεργείο του δήμου για να μας συνδέσει με το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης.
- συσχετίζω, υποθέτω ότι υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ δύο στοιχείων ή δείχνω την ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσης. Οι αστυνομικοί δεν έχουν καταφέρει ακόμη να συνδέσουν τα ευρήματα από τον τόπο του εγκλήματος με τον κύριο ύποπτο.
- είμαι το στοιχείο που ενώνει δύο πράγματα μεταξύ τους. Τους συνδέει μακροχρόνια φιλία
- interface: τοποθετώ συσκευή (υπολογιστή, εκτυπωτή, κλπ.) σε δίκτυο μέσω δικτυακής διεπαφής (θύρας)
In English
- connect to join two or more pieces
Talk about this word "συνδέω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%AD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. συνδέω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%AD%CF%89 "συνδέω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%AD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συνδέω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%AD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}