συνδέω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συνδέω

  • sinˈðe.o

Where it comes from

συνδέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνδέω ("δένω μαζί"). Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + δέω (>δένω)

:* για τις σύγχρονες σημασίες < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική lier ή από την αγγλική join.

verb συνδέω · σύνδεσα · συνέδεσα · συνδέομαι · συνδέθηκα · συνδεδεμένος

  1. ενώνω δύο πράγματα με υλικό ή άυλο δεσμό, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Αγόρασα καλώδιο για να συνδέσω τους δύο υπολογιστές.
  2. εντάσσω κάτι σε ένα σύνολο ή ένα δίκτυο. Ήρθε το συνεργείο του δήμου για να μας συνδέσει με το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης.
  3. συσχετίζω, υποθέτω ότι υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ δύο στοιχείων ή δείχνω την ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσης. Οι αστυνομικοί δεν έχουν καταφέρει ακόμη να συνδέσουν τα ευρήματα από τον τόπο του εγκλήματος με τον κύριο ύποπτο.
  4. είμαι το στοιχείο που ενώνει δύο πράγματα μεταξύ τους. Τους συνδέει μακροχρόνια φιλία
  5. δίκτυο υπολογιστών interface: τοποθετώ συσκευή (υπολογιστή, εκτυπωτή, κλπ.) σε δίκτυο μέσω δικτυακής διεπαφής (θύρας)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συνδέω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%AD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνδέω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%AD%CF%89

Chicago

"συνδέω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%AD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνδέω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%AD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}