συνδιαλλαγή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συνδιαλλαγή
- sin.ði̯a.laˈʝi
Where it comes from
συνδιαλλαγή < συνδιαλλάσσω -διαλαγή κατά το αλλάζω - αλλαγή < συν- + διαλλάσσω < διά (δι-) + ἀλλάσσω / ἀλλάττω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos
noun συνδιαλλαγή · συνδιαλλαγές · συνδιαλλαγής · συνδιαλλαγών
- η αποκατάσταση των φιλικών, αρμονικών σχέσεων
- η διαδικασία επίλυσης, διευθέτησης των διαφορών ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, δύο κράτη κλπ., συνήθως με υποχωρήσεις από και τις δύο πλευρές όταν η πρώτη και η δεύτερη ανάγνωση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας αποτύχει να λήξει τον τακτικό κανόνα με έγκριση του αποτελέσματος, τότε δημιουργείται επιτροπή συνδιαλλαγής απαρτιζόμενη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για να επέλθη συμφωνία σε τρίτη ανάγνωση
Similar: συμφιλίωση, συμβιβασμός, φίλιωμα, ειρήνευση, ειρήνεμα, συνθηκολόγηση
Thesaurus
noun
Similar: συμφιλίωση, συμβιβασμός, φίλιωμα, ειρήνευση, ειρήνεμα, συνθηκολόγηση
Talk about this word "συνδιαλλαγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. συνδιαλλαγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE "συνδιαλλαγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συνδιαλλαγή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}