συνδικαλισμός
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
συνδικαλισμός
- sin.ði.ka.liˈzmos
De unde vine
συνδικαλισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: οπτικό δάνειο από τη γαλλική syndicalisme < αρχαία ελληνική σύνδικος (συνήγορος, δικηγόρος, νομικός παραστάτης) + -ισμός
substantiv συνδικαλισμός · συνδικαλισμοί · συνδικαλισμού · συνδικαλισμών · συνδικαλισμό · συνδικαλισμούς
- η οργάνωση των εργαζομένων σε σωματεία (συνδικάτα) με σκοπό τη βελτίωση των αμοιβών τους, των συνθηκών εργασίας και ασφάλισης καθώς και το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την οργάνωση αυτή
În engleză
- trade unionism Translations
Discută despre acest cuvânt "συνδικαλισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συνδικαλισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "συνδικαλισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {συνδικαλισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}