συνδυασμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συνδυασμός
- sin.ði.aˈzmos
Where it comes from
συνδυασμός < αρχαία ελληνική συνδυασμός < συνδυάζω < σύν + δυάζω < δύο < πρωτοελληνική *dúwō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwóh₁ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική combinaison ή αγγλική combination)
noun συνδυασμός · συνδυασμοί · συνδυασμού · συνδυασμών · συνδυασμό · συνδυασμούς
- το ταίριασμα ή η ένωση μεταξύ τους δύο (ή περισσότερων) στοιχείων που κανονικά δεν ταιριάζουν ή είναι αντίθετα
- ο συσχετισμός
- το σύνολο των αριθμών ή γραμμάτων που απαιτούνται, για ν’ ανοίξει ένα χρηματοκιβώτιο, μια κλειδαριά με σχετικό μηχανισμό ή κάτι παρόμοιο
- οι υποψήφιοι που βρίσκονται στο ίδιο εκλογικό ψηφοδέλτιο μιας παράταξης ή κόμματος
In English
- combination act of combining
- conflation a blowing or fusing together
- scheme orderly combination of related parts
- combo slang: combination
Talk about this word "συνδυασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συνδυασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "συνδυασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συνδυασμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}