συνεργάζομαι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συνεργάζομαι

  • si.neɾˈɣa.zo.me

Where it comes from

συνεργάζομαι < αρχαία ελληνική συνεργάζομαι

verb συνεργάζομαι

  1. εργάζομαι μαζί με κάποιον

    Similar: συμπράττω, συνεργώ

  2. αναπτύσσω σχέση αμοιβαίας βοήθειας και υποστήριξης με άτομο ή σε οργανωμένο σύνολο, που έχει τους ίδιους ή όμοιους σκοπούς με εμένα τα κράτη πρέπει να συνεργαστούν για την αντιμετώπιση της βίας
  3. συμμετέχω σε ένα συλλογικό έργο, συνήθως πνευματικό ή καλλιτεχνικό, εκτελώντας ένα μέρος από τις εργασίες
  4. προσφέρω υπηρεσίες στον εχθρό στην Κατοχή συνεργάστηκε με τους Γερμανούς

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συνεργάζομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνεργάζομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"συνεργάζομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνεργάζομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}