米克温

συνεργείο

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

συνεργείο

它从哪里来

συνεργείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνέργ(ειον) (συντεχνία) + μεταπλασμός σε -εῖον > -είο < αρχαία ελληνική συνεργός < σύν + ἔργον

名词 συνεργείο · συνεργεία · συνεργείου · συνεργείων

  1. η ομάδα ανθρώπων σε κοινή τεχνική εργασία
  2. ο χώρος εργασίας ομάδας ανθρώπων σε κοινή τεχνική εργασία
  3. μηχανολογία η τεχνική εγκατάσταση με απαραίτητο εξοπλισμό επισκευής μηχανών και των εξαρτημάτων τους

英语

  • crew group of people operating a large facility or piece of equipment
  • shop place for crafting or manufacturing

讨论这个词

引用
MLA

"συνεργείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

συνεργείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Chicago

"συνεργείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνεργείο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}