συνεσταλμένος
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
συνεσταλμένος
De unde vine
συνεσταλμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του συστέλλω/συστέλλομαι
verb συνεσταλμένος · συνεσταλμένη · συνεσταλμένο · συνεσταλμένου · συνεσταλμένης
- λυγισμένος και μαζεμένος προς το σώμα οι νεκροί στο προϊστορικό νεκροταφείο είχαν ενταφιαστεί σε ελαφρώς συνεσταλμένη στάση
verb συνεσταλμένος · συνεσταλμένη · συνεσταλμένο · συνεσταλμένου · συνεσταλμένης
- που χαρακτηρίζεται από συστολή, ο άτολμος, ο μαζεμένος, ο ντροπαλός Ο Βασίλης είναι συνεσταλμένο παιδί
Discută despre acest cuvânt "συνεσταλμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συνεσταλμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "συνεσταλμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {συνεσταλμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}