συνεταιρισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συνεταιρισμός

Where it comes from

συνεταιρισμός < συνέταιρ(ος) + -ισμός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική association

noun συνεταιρισμός · συνεταιρισμοί · συνεταιρισμού · συνεταιρισμών · συνεταιρισμό · συνεταιρισμούς

  1. σύλλογος ατόμων, συνήθως εργάτες του πρωτογενούς τομέα, που συνεργάζονται ώστε να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συνεταιρισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνεταιρισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"συνεταιρισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνεταιρισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}