συνεταιριστικός
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
συνεταιριστικός
어원
συνεταιριστικός (μαρτυρείται από το 1894) < (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική coopératif). Μορφολογικά αναλύεται σε συνεταιρ(ισμός) + -ιστικός.
형용사 συνεταιριστικός · συνεταιριστική · συνεταιριστικό · συνεταιριστικού · συνεταιριστικής
- που έχει σχέση με έναν συνεταιρισμό
영어로
- cooperative involving cooperation
이 단어에 대해 이야기하기 "συνεταιριστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συνεταιριστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "συνεταιριστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {συνεταιριστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}