συνθήκη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συνθήκη

  • sinˈθi.ci

Where it comes from

συνθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνθήκη < συντίθημι (< σύν + τίθημι). Αναλύεται σε συν- + -θήκη

: για τα δεδομένα κατάστασης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική condition

noun συνθήκη · συνθήκες · συνθήκης · συνθηκών

  1. διπλωματία μια συμφωνία ανάμεσα σε χώρες, μια σύμβαση ※ O Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τήρηση οπωσδήποτε των ορισμών του άρθρου 35 παράγραφος 1, εκπροσωπεί διεθνώς το Kράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και τις ανακοινώνει στη Bουλή, με τις αναγκαίες
  2. τα δεδομένα που διαμορφώνουν μια κατάσταση
  3. λογική, μαθηματικά, προγραμματισμός λογική έκφραση, που μπορεί να είναι αληθής (true) ή ψευδής (false) Η έκφραση: a > b, είναι αληθής όταν η τιμή του a είναι μεγαλύτερη του b, αλλιώς είναι ψευδής

In English

  • treaty formal binding agreement concluded by subjects of international law
  • agreement legally binding contract
  • covenant binding agreement

Talk about this word

Cite this
MLA

"συνθήκη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνθήκη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7

Chicago

"συνθήκη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνθήκη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}