συνθήκη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συνθήκη
- sinˈθi.ci
Where it comes from
συνθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνθήκη < συντίθημι (< σύν + τίθημι). Αναλύεται σε συν- + -θήκη
: για τα δεδομένα κατάστασης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική condition
noun συνθήκη · συνθήκες · συνθήκης · συνθηκών
- μια συμφωνία ανάμεσα σε χώρες, μια σύμβαση ※ O Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τήρηση οπωσδήποτε των ορισμών του άρθρου 35 παράγραφος 1, εκπροσωπεί διεθνώς το Kράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και τις ανακοινώνει στη Bουλή, με τις αναγκαίες
- τα δεδομένα που διαμορφώνουν μια κατάσταση
- λογική έκφραση, που μπορεί να είναι αληθής (true) ή ψευδής (false) Η έκφραση: a > b, είναι αληθής όταν η τιμή του a είναι μεγαλύτερη του b, αλλιώς είναι ψευδής
In English
Talk about this word "συνθήκη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. συνθήκη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7 "συνθήκη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συνθήκη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}