συνθετικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συνθετικός
Where it comes from
συνθετικός < αρχαία ελληνική συνθετικός < σύνθετος < συντίθημι < τίθημι
::σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική synthétique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική synthetic
adjective συνθετικός · συνθετική · συνθετικό · συνθετικού · συνθετικής
- που κατασκευάζεται με τεχνητό τρόπο, μέσω ανθρώπινης παρέμβασης, συνθέτοντας χημικά ή άλλα στοιχεία
- που γίνεται με σύνθεση, δηλαδή με διαδικασία συνένωσης διαφορετικών στοιχείων σε ένα ενιαίο σύνολο
- που αναφέρεται στη δομή λέξεων ή γλωσσών που χρησιμοποιούν σύνθεση στοιχείων για τη δημιουργία νέων λέξεων ή φράσεων
- συνθετικό
- συνθετικά
In English
- synthetic produced by chemical synthesis
Talk about this word "συνθετικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συνθετικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "συνθετικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συνθετικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}