συνθηματικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συνθηματικός

Where it comes from

συνθηματικός < ελληνιστική κοινή σύνθημα < αρχαία ελληνική συντίθημι < τίθημι

adjective συνθηματικός · συνθηματική · συνθηματικό · συνθηματικού · συνθηματικής

  1. που σχετίζεται με ή βασίζεται σε συνθήματα, δηλαδή σε συμφωνημένα σήματα ή κώδικες που χρησιμοποιούνται για επικοινωνία
  2. που χαρακτηρίζεται από χρήση συνθημάτων, ειδικά σε πολιτικά, κοινωνικά ή ιδεολογικά πλαίσια, όπου οι λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιούνται ως αναγνωριστικά ή μηνύματα με κρυφό ή συμβολικό νόημα

Talk about this word

Cite this
MLA

"συνθηματικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνθηματικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"συνθηματικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνθηματικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}