συνθλίβω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συνθλίβω

Where it comes from

συνθλίβω < αρχαία ελληνική συνθλίβω < σύν + θλίβω

verb συνθλίβω · συνθλίβομαι · συνέθλιβα · θα συνθλίβω · να συνθλίβω

  1. literally, κυριολεκτικά πιέζω, λιώνω, διαλύω, πολτοποιώ ※ Μέχρις οὗ κατορθώσῃς καὶ σὺ νὰ εὕρῃς ὀλίγα ἴτσια νὰ κόψῃς, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε καταρτίσει ἤδη ὁλόκληρον ἀγκαλίδα ... Ἐν τούτοις ἐπρόφθασες καὶ σὺ καὶ τῆς ἔφερες μικράν, ὅση ἠδύνατο νὰ συνθλιβῇ μεταξὺ ἀντίχειρος καὶ λιχανοῦ, δεσμίδα ...
  2. figuratively, μεταφορικά καταπιέζω, συντρίβω, εξουθενώνω, κατατροπώνω ※ Ούτε μια φορά δεν άκουσα στο τραπέζι των Τζαβαραίων σχόλια περί του πώς κάποιος στην ΚΟΜΕΠ είχε συνθλίψει θεωρητικά το κύριο άρθρο του τελευταίου «Αγώνα» ή, αντίστροφα, πώς ο Πουλαντζάς είχε αποδομήσει από σκοπιά γκραμσιανή ή αλτουσεριανή, ή κι εγώ δεν ξέρω ποια άλλη, την τελευταία απόφαση του Κόμ

In English

  • crush to press or bruise between two hard bodies

Talk about this word

Cite this
MLA

"συνθλίβω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%BB%CE%AF%CE%B2%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνθλίβω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%BB%CE%AF%CE%B2%CF%89

Chicago

"συνθλίβω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%BB%CE%AF%CE%B2%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνθλίβω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%BB%CE%AF%CE%B2%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}