믹윈

συννεφιασμένος

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

συννεφιασμένος

  • si.ne.fçaˈzme.nos

어원

συννεφιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συννεφιάζω

동사 συννεφιασμένος · συννεφιασμένη · συννεφιασμένο · συννεφιασμένου · συννεφιασμένης

  1. που καλύπτεται κατά ένα μεγάλο μέρος από σύννεφα συννεφιασμένος ουρανός
  2. για τη χρονική περίοδο όπου ο ουρανός είναι καλυμμένος από σύννεφα ένα συννεφιασμένο πρωινό
  3. figuratively, μεταφορικά για τη χρονική περίοδο που χαρακτηρίζεται από στενοχώριες και αίσθημα ανησυχίας
  4. figuratively, μεταφορικά για πρόσωπο που δείχνει ότι τον απασχολούν διάφορα προβλήματα και ανησυχεί για κάτι ※ Το βράδυ, σα γύρισε, με βρήκε να κάθουμαι στα σκοτεινά κουλουριασμένη σε μια πολυθρόνα, αμίλητη και συννεφιασμένη. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)

비슷한 말: βουρκωμένος, νεφελώδης, νεφελοσκέπαστος, νεφελοσκεπής, νεφοσκεπής, νεφώδης, συννεφώδης

유의어·반의어

영어로

  • cloudy covered with or characterised by clouds

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"συννεφιασμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συννεφιασμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"συννεφιασμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συννεφιασμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BD%CE%B5%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}