συνοδός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συνοδός
- si.noˈðos
Sounds like σύνοδος
Where it comes from
συνοδός < συνοδεύω (αναδρομικός σχηματισμός): η αρχαία αντίστοιχη λέξη ήταν σύνοδος (συνοδοιπόρος)
noun συνοδός · συνοδοί · συνοδού · συνοδών · συνοδό · συνοδούς
- που συνοδεύει άλλο άτομο
- το άτομο που συνοδεύει άλλο σε κοινωνικές συναντήσεις χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συγγενική ή συζυγική σχέση
adjective συνοδός · συνοδοί · συνοδού · συνοδών · συνοδό · συνοδούς
- που συνοδεύει, που βρίσκεται δίπλα ※ Ψάχνουμε να δούμε τι άλλα κτίσματα συνοδά υπήρχαν, με δεδομένο ότι το μνημείο που έχει ήδη ανασκαφεί δεν θα μπορούσε να είναι μόνο του εκεί, χωρίς άλλα που να το συνοδεύουν. (* εφημερίδα Το Βήμα)
In English
Talk about this word "συνοδός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συνοδός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%82 "συνοδός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συνοδός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}