συνταγή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συνταγή

  • sin.daˈʝi

Where it comes from

συνταγή < ελληνιστική κοινή συνταγή < αρχαία ελληνική συντάσσω < σύν + τάσσω (1,2 σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική recette)

noun συνταγή · συνταγές · συνταγής · συνταγών

  1. γαστρονομία, μαγειρική οδηγίες παρασκευής φαγητού, γλυκού, ποτού κ.λπ.: υλικά, ποσότητα, τρόπος παρασκευής κ.ά. ※ Σε όλη την Ελλάδα το σπετζοφάι το φτιάχνουν με νόστιμα χωριάτικα λουκάνικα. Στο Πήλιο όμως, εκεί όπου γεννήθηκε η συνταγή, εκτός από λουκάνικα χρησιμοποιούν και μοσχαρίσιο ή χοιρινό κρέας. (Βαγγέλης Δρίσκας, Chef στην κουζίνα σας. Κλασική μαγειρική του αύριο, 2022, εκδ. Πατάκης, σελ. 25)
  2. ιατρική γραπτές οδηγίες ιατρού για τα φάρμακα που πρέπει να λάβει ένας ασθενής
  3. broadly, figuratively, μεταφορικά, κατ’ επέκταση κατευθυντήριες οδηγίες συμπεριφοράς και δράσης

Similar: ''παρωχημένο'', ρετσέτα

Thesaurus

In English

  • recipe instructions for making or preparing food dishes
  • prescription written order for the administration of a medicine

Talk about this word

Cite this
MLA

"συνταγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνταγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%AE

Chicago

"συνταγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνταγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}