Μίκουιν

συνταγματάρχης

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

συνταγματάρχης

  • sin.daɣ.maˈtaɾ.çis

Από πού έρχεται

συνταγματάρχης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνταγματάρχης. Συγχρονικά αναλύεται σε (σύνταγμα) συνταγματ- + -άρχης < άρχω

ουσιαστικό συνταγματάρχης · συνταγματάρχες · συνταγματάρχη · συνταγματάρχου · συνταγματαρχών

  1. στρατιωτικός βαθμός ανώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του αντισυνταγματάρχη και κατώτερο του ταξίαρχου. Είναι διοικητής συντάγματος συντομογραφία: σχης

Στα αγγλικά

  • colonel commissioned office in the armed services

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"συνταγματάρχης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνταγματάρχης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%82

Chicago

"συνταγματάρχης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνταγματάρχης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}