συντακτικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συντακτικός
Where it comes from
συντακτικός < ελληνιστική κοινή συντακτικός < αρχαία ελληνική συντάσσω < τάσσω / τάττω
::((γραμματική) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική syntaxique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syntactic / σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syntactical)
::((πολιτική) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική constituant)
adjective συντακτικός · συντακτική · συντακτικό · συντακτικού · συντακτικής
- που έχει σχέση με τη σύνταξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που έχει σχέση με τη σύνταξη ενός εντύπου και τους συντάκτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
- άλλη μορφή του συνταγματικός
- συντακτικό
In English
- syntactic of, related to or connected with syntax
Talk about this word "συντακτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συντακτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "συντακτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συντακτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}