συντακτικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συντακτικός

Where it comes from

συντακτικός < ελληνιστική κοινή συντακτικός < αρχαία ελληνική συντάσσω < τάσσω / τάττω

::((γραμματική) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική syntaxique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syntactic / σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syntactical)

::((πολιτική) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική constituant)

adjective συντακτικός · συντακτική · συντακτικό · συντακτικού · συντακτικής

  1. γραμματική που έχει σχέση με τη σύνταξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που έχει σχέση με τη σύνταξη ενός εντύπου και τους συντάκτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
  3. πολιτική άλλη μορφή του συνταγματικός
  4. ουσιαστικοποιημένο συντακτικό

In English

  • syntactic of, related to or connected with syntax

Talk about this word

Cite this
MLA

"συντακτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συντακτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"συντακτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συντακτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}