συνταξιοδοτώ
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
συνταξιοδοτώ
Από πού έρχεται
συνταξιοδοτώ < σύνταξις + δοτῶ
ρήμα συνταξιοδοτώ
- χορηγώ σύνταξη
- θέτω εκτός επικαιρότητας, αχρηστεύω
Στα αγγλικά
- pension to grant a pension
Συζήτησε αυτή τη λέξη "συνταξιοδοτώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E. Accessed 8 Nov. 2026. συνταξιοδοτώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E "συνταξιοδοτώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {συνταξιοδοτώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-08}
}