συντηρητικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συντηρητικός
- sin.di.ɾi.tiˈkos
Where it comes from
συντηρητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συντηρητικός < αρχαία ελληνική συντηρέω, συντηρῶ + -ικός < σύν + τηρέω, τηρῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + αοριστικό θέμα τήρη(σα) < τηρώ + -τικός
:* (σημασία στην πολιτική) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conservateur και αγγλική conservative
:* (για χημεία τροφίμων) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική preservative και γαλλική conservateur
:* (νομικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conservatoire
adjective συντηρητικός · συντηρητική · συντηρητικό · συντηρητικού · συντηρητικής
- που δεν αγαπά τους νεωτερισμούς ※ Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελλην
-
που αντίκειται στις αλλαγές, που υποστηρίζει το κατεστημένο, που (για τα αντίπαλα κόμματα) αντίκειται στην πρόοδο, στην ανανέωση
Είναι συντηρητικό κόμμα.
Opposite: προοδευτικός, ριζοσπάστης
- που υπολογίζει τις κινήσεις του με μεγάλη προσοχή και δεν θέλει να εκτίθεται σε κινδύνους
- που αποσκοπεί στην προστασία του δανειστή συντηρητική κατάσχεση
- που γίνεται με χορήγηση φαρμάκων και όχι με χειρουργική επέμβαση συντηρητική θεραπεία
- για ουσίες που βοηθούν στην συντήρηση των τροφίμων και συμβάλλουν στη μη αλλοίωσή τους Πάρε κάτι φρέσκο καλύτερα γιατί αυτό εδώ είναι γεμάτο συντηρητικά
- εναντίωση στις απελευθερωτικές τάσεις και ενίσχυση του αισθήματος ικανοποίησης της υπάρχουσας στασιμότητας.
- που δεν εξαρτάται από τη διαδρομή ενός σώματος αλλά από την ενέργεια στην αρχική και τελική του κατάσταση συντηρητική δύναμη
In English
- right (politics) conservative
- conservative political conservative
- preservative tending to preserve
Talk about this word "συντηρητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026. συντηρητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "συντηρητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συντηρητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-08}
}