συντηρητικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συντηρητικός

  • sin.di.ɾi.tiˈkos

Where it comes from

συντηρητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συντηρητικός < αρχαία ελληνική συντηρέω, συντηρῶ + -ικός < σύν + τηρέω, τηρῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + αοριστικό θέμα τήρη(σα) < τηρώ + -τικός

:* (σημασία στην πολιτική) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conservateur και αγγλική conservative

:* (για χημεία τροφίμων) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική preservative και γαλλική conservateur

:* (νομικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conservatoire

adjective συντηρητικός · συντηρητική · συντηρητικό · συντηρητικού · συντηρητικής

  1. για άνθρωπο που δεν αγαπά τους νεωτερισμούς ※ Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελλην
  2. πολιτική που αντίκειται στις αλλαγές, που υποστηρίζει το κατεστημένο, που (για τα αντίπαλα κόμματα) αντίκειται στην πρόοδο, στην ανανέωση Είναι συντηρητικό κόμμα.

    Opposite: προοδευτικός, ριζοσπάστης

  3. που υπολογίζει τις κινήσεις του με μεγάλη προσοχή και δεν θέλει να εκτίθεται σε κινδύνους
  4. νομικός όρος που αποσκοπεί στην προστασία του δανειστή συντηρητική κατάσχεση
  5. ιατρική που γίνεται με χορήγηση φαρμάκων και όχι με χειρουργική επέμβαση συντηρητική θεραπεία
  6. χημεία τροφίμων, συχνότερα ως ουσιαστικό στον πληθυντικό για ουσίες που βοηθούν στην συντήρηση των τροφίμων και συμβάλλουν στη μη αλλοίωσή τους Πάρε κάτι φρέσκο καλύτερα γιατί αυτό εδώ είναι γεμάτο συντηρητικά
  7. ιδεολογία εναντίωση στις απελευθερωτικές τάσεις και ενίσχυση του αισθήματος ικανοποίησης της υπάρχουσας στασιμότητας.
  8. φυσική που δεν εξαρτάται από τη διαδρομή ενός σώματος αλλά από την ενέργεια στην αρχική και τελική του κατάσταση συντηρητική δύναμη

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συντηρητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

συντηρητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"συντηρητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συντηρητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}