συνυπώνυμο

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

συνυπώνυμο

  • si.niˈpo.ni.mo

Откуда оно

συνυπώνυμο < λόγιο ενδογενές δάνειο: διαγλωσσική ορολογία όπως η γαλλική cohyponyme ή αγγλική cohyponym και γερμανική Kohyponym. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + υπ- + -ώνυμο και είναι ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συνυπώνυμος. Διαφορετικό το συνεπώνυμος.

существительное συνυπώνυμο · συνυπώνυμα · συνυπώνυμου · συνυπωνύμου · συνυπώνυμων · συνυπωνύμων

  1. λεξικογραφία, γλωσσολογία, σημασιολογία όρος (λέξη ή ονοματική φράση) που μοιράζεται ένα υπερώνυμο με κάποιον άλλον, δηλαδή ονομάζει ένα είδος) μέσα στην ίδια κατηγορία ※ Το σύνολο των όρων οι οποίοι είναι υπώνυμα του ίδιου υπερκείμενου όρου ονομάζονται συνυπώνυμα, π.χ. βιολί, κιθάρα, πιάνο είναι συνεπώνυμα^([sic]) του όρου μουσικά όργανα.

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"συνυπώνυμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%85%CF%80%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συνυπώνυμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%85%CF%80%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF

Chicago

"συνυπώνυμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%85%CF%80%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συνυπώνυμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%85%CF%80%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}