συνώνυμος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συνώνυμος
- siˈno.ni.mos
Where it comes from
συνώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνώνυμος. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + -ώνυμος.
adjective συνώνυμος · συνώνυμη · συνώνυμο · συνώνυμου · συνώνυμης
- που έχει την ίδια, ή περίπου την ίδια, σημασία Παράδειγμα συνώνυμων λέξεων: ικεσία, παράκληση, παρακάλι
- που κατασημαίνει την ίδια ακριβώς έννοια Παράδειγμα συνώνυμων όρων: (ηλεκτρισμός) τάση - διαφορά δυναμικού, (ιατρική) χανσενικός - λεπρός
- «συνώνυμα κωδόνια» τριάδα νουκλεοβάσεων που προσδιορίζουν ή αντιστοιχούν με το ίδιο αμινοξύ
Talk about this word "συνώνυμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συνώνυμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82 "συνώνυμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συνώνυμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}