συρμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συρμός¹
- siɾˈmos
Where it comes from
συρμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συρμός < σύρω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική train
noun συρμός · συρμοί · συρμού · συρμών · συρμό · συρμούς
-
το τρένο, η μηχανή μαζί με τα βαγόνια
Similar: αμαξοστοιχία
-
το φορτηγό, που είναι οχήματα συνδεδεμένα μεταξύ τους και κινούνται ως μία μονάδα
αντίθετο: ημιρυμουλκούμενο (επικαθήμενο)
Similar: ρυμουλκό
- η μόδα ※ 1888 Σοφοκλῆς Καρύδης, Ἡ κυρία Τριγκιτράγκα
Συρμός²
Where it comes from
Συρμός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Συρμός · Συρμοί · Συρμού · Συρμών · Συρμό · Συρμούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "συρμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. συρμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82 "συρμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συρμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}