συστολή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συστολή

Where it comes from

συστολή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική συστέλλω

noun συστολή · συστολές · συστολής · συστολών

  1. φυσιολογία η ρυθμική σύσπαση της καρδιάς, που έχει ως αποτέλεσμα την έξοδο του αίματος (που περιέχεται στις κοιλότητες της καρδιάς) προς τις αρτηρίες
  2. φυσιολογία η σύσπαση των μυών και κοίλων οργάνων
  3. φυσική η μείωση των διαστάσεων ενός σώματος, από ελάττωση θερμοκρασίας ή αύξηση πίεσης
  4. μαθηματικά ο όρος της συστολικής γεωμετρίας
  5. ψυχολογία η κοινωνική διστακτικότητα, η ντροπαλότητα ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2023, 13η έκδοση. ISBN 978-960-16-8603-5, (αρχική έκδοση 2019).
  6. το σωληνοειδές εξάρτημα που χρησιμοποιείται για την ένωση ενός φαρδύτερου με έναν στενότερο σωλήνα
  7. γλωσσολογία η σύμπτυξη λέξεων με χρήση αποστρόφου

Opposite: διαστολή

Thesaurus

noun

Opposite: διαστολή

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συστολή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συστολή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE

Chicago

"συστολή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συστολή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}