σφήνα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σφήνα
Where it comes from
σφήνα < αρχαία ελληνική σφήν
noun σφήνα · σφήνες · σφήνας · σφηνών
- το εργαλείο φτιαγμένο από διάφορα υλικά (ξύλο, μέταλλο κ.λπ.) και σε διάφορα σχήματα (τριγωνικό πρίσμα, κωνικό, κυλινδρικό κ.ά.), που τοποθετείται σ' ένα αντικείμενο που θέλουμε να το κόψουμε ή να το χωρίσουμε σε μικρότερα τμήματα
- το εργαλείο που χρησιμοποιείται για να συνδέσουμε ή να στερεώσουμε διάφορα αντικείμενα
- οτιδήποτε μοιάζει με σφήνα (1, 2) ※ Μα ο πόθος δε χορταίνει όσο κι α φάει, / μες την καρδιά μου μπήγεται σα σφήνα. (Λορέντζος Μαβίλης, Έρως και θάνατος)
- κάτι που διακόπτει μια πορεία ή μια διαδικασία, παρεμβαλλόμενο ανάμεσα αυτή η είδηση μπήκε σφήνα, την τελευταία στιγμή προλάβαμε το τυπογραφείο
In English
- wedge simple machine
Talk about this word "σφήνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AE%CE%BD%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. σφήνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AE%CE%BD%CE%B1 "σφήνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AE%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σφήνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AE%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}