σφήνα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σφήνα

Where it comes from

σφήνα < αρχαία ελληνική σφήν

noun σφήνα · σφήνες · σφήνας · σφηνών

  1. το εργαλείο φτιαγμένο από διάφορα υλικά (ξύλο, μέταλλο κ.λπ.) και σε διάφορα σχήματα (τριγωνικό πρίσμα, κωνικό, κυλινδρικό κ.ά.), που τοποθετείται σ' ένα αντικείμενο που θέλουμε να το κόψουμε ή να το χωρίσουμε σε μικρότερα τμήματα
  2. το εργαλείο που χρησιμοποιείται για να συνδέσουμε ή να στερεώσουμε διάφορα αντικείμενα
  3. οτιδήποτε μοιάζει με σφήνα (1, 2) ※ Μα ο πόθος δε χορταίνει όσο κι α φάει, / μες την καρδιά μου μπήγεται σα σφήνα. (Λορέντζος Μαβίλης, Έρως και θάνατος)
  4. figuratively, μεταφορικά κάτι που διακόπτει μια πορεία ή μια διαδικασία, παρεμβαλλόμενο ανάμεσα αυτή η είδηση μπήκε σφήνα, την τελευταία στιγμή προλάβαμε το τυπογραφείο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σφήνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AE%CE%BD%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σφήνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AE%CE%BD%CE%B1

Chicago

"σφήνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AE%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σφήνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%AE%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}