σφιγκτήρας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σφιγκτήρας

  • sfiŋˈkti.ɾas

Where it comes from

σφιγκτήρας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σφιγκτήρ από την αιτιατική ενικού «τὸν σφιγκτῆρα» < σφίγγω

noun σφιγκτήρας · σφιγκτήρες · σφιγκτήρα · σφιγκτήρων

  1. ανατομία συσταλτικός μυς που κλείνει το στόμιο κάποιας κοιλότητας ※ Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμί
  2. εξάρτημα που σφίγγει κάτι ※ σφιγκτήρας συρματοσχοίνων. Σφιγκτήρας κοχλιωτός για τη στερέωση συρματοσχοίνων (Multilingual Dictionary of Fishing Vessels and Safety on Board, Commission of the European Communities, 1992, σελ. 278)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σφιγκτήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σφιγκτήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"σφιγκτήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σφιγκτήρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}