σφραγίζω
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
σφραγίζω
- sfɾaˈʝi.zo
De unde vine
σφραγίζω < αρχαία ελληνική σφραγίζω < σφραγίς
verb σφραγίζω · σφράγιζα · θα σφραγίζω · να σφραγίζω · σφραγίζοντας
- βάζω, επιθέτω σφραγίδα επάνω σε έγγραφο ή αντικείμενο, βουλώνω ※ Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γρ
- κλείνω κάτι ερμητικά, συνήθως βάζοντας σφραγίδα
- κλείνω με ειδικό κράμα την κοιλότητα που έχει δημιουργηθεί σε ένα δόντι
- έχω επιρροή ή συμμετέχω καθοριστικά σε κάτι
- , σφράγισε την πρόκριση, δημοσιογραφική φράση που σημαίνει ότι μια ομάδα εξασφάλισε και μαθηματικά την πρόκρισή της στην επόμενη φάση ή σε μία διοργάνωση, με βάση τη βαθμολογία.
În engleză
Discută despre acest cuvânt "σφραγίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. σφραγίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89 "σφραγίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {σφραγίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}