σφριγηλός
Ελληνικά · Visawe na vinyume
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
σφριγηλός
- sfɾi.ʝiˈlos
Limetoka wapi
σφριγηλός (μαρτυρείται από το 1887)< σφρίγος + αρχαίο επίθημα -ηλός < ελληνιστική κοινή σφρίγος
kivumishi σφριγηλός · σφριγηλή · σφριγηλό · σφριγηλού · σφριγηλής
- που έχει σφρίγος, σωματική και πνευματική ακμή και δύναμη ※ Η ιστορία έχει αποδείξει ότι πάντοτε κυριαρχούν κράτη και κοινωνίες με νεανικό, ακμάζοντα και σφριγηλό πληθυσμό. Και αυτή η ιστορική σταθερά δεν φαίνεται ότι μπορεί να ανατραπεί εντός του 21ου αιώνα. Όσες χώρες επιμείνουν να προάγουν τη γεροντοκρατία, θα πληρώσουν ακριβό τίμημα.
Yanayofanana: ακμαίος, ζωηρός, θαλερός, κοτσονάτος
Visawe na vinyume
kivumishi
Yanayofanana: ακμαίος, ζωηρός, θαλερός, κοτσονάτος
Zungumza kuhusu neno hili "σφριγηλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σφριγηλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82 "σφριγηλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {σφριγηλός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%B7%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}