σφυρί
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σφυρί
Where it comes from
σφυρί < μεσαιωνική ελληνική σφυρί < ελληνιστική κοινή σφυρίον (υποκοριστικό του) < αρχαία ελληνική σφῦρα
noun σφυρί · σφυριά · σφυριού · σφυριών
- εργαλείο ένα από τα παλαιότερα εργαλεία, με λαβή και κεφαλή, που χρησιμοποιείται για σπάσιμο ή κάρφωμα
- παρόμοιο (1) αντικείμενο, κυρίως ξύλινο, που χρησιμοποιείται: στις δημοπρασίες όταν κατακυρώνεται το δημοπρατούμενο σε έναν αγοραστή
- ξύλινο εξάρτημα με μάλλινη επένδυση, που χτυπά τη χορδή του πιάνου, έχοντας πάρει εντολή από το πλήκτρο
In English
- hammer tool
Talk about this word "σφυρί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026. σφυρί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF "σφυρί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σφυρί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF},
urldate = {2026-11-06}
}