σφυρί

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σφυρί

Where it comes from

σφυρί < μεσαιωνική ελληνική σφυρί < ελληνιστική κοινή σφυρίον (υποκοριστικό του) < αρχαία ελληνική σφῦρα

noun σφυρί · σφυριά · σφυριού · σφυριών

  1. εργαλείο ένα από τα παλαιότερα εργαλεία, με λαβή και κεφαλή, που χρησιμοποιείται για σπάσιμο ή κάρφωμα
  2. παρόμοιο (1) αντικείμενο, κυρίως ξύλινο, που χρησιμοποιείται: στις δημοπρασίες όταν κατακυρώνεται το δημοπρατούμενο σε έναν αγοραστή
  3. μουσική ξύλινο εξάρτημα με μάλλινη επένδυση, που χτυπά τη χορδή του πιάνου, έχοντας πάρει εντολή από το πλήκτρο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σφυρί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σφυρί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF

Chicago

"σφυρί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σφυρί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}