σφυρίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σφυρίζω
Where it comes from
σφυρίζω < μεσαιωνική ελληνική σφυρίζω < αρχαία ελληνική συρίζω
verb σφυρίζω · σφύριξα · σφυρίζομαι · σφυρίχτηκα · σφυριγμένος
- κάνω συριστικό ήχο με το στόμα μου χρησιμοποιώντας τα χείλη ή και τα δάχτυλα ※ Σφύριζε ανέμελα την «Καλίνκα», διπλώνοντας μπλουζάκια και πουλόβερ και στριμώχνοντας τις ελβιέλες του στο σακ βουαγιάζ
- βγάζω συριστικό ήχο σαν να σφυρίζω ※ Το βαπόρι σφύριξε, κίνησε να φύγει. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
- χρησιμοποιώ τη σφυρίχτρα Ο διαιτηρής σφύριξε τη λήξη του αγώνα.
- λέω σε κάποιον κάτι χωρίς να γίνω αντιληπτός από τρίτον
In English
- whistle to produce a whistling sound
Talk about this word "σφυρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. σφυρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "σφυρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σφυρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}