σφυρίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σφυρίζω

Where it comes from

σφυρίζω < μεσαιωνική ελληνική σφυρίζω < αρχαία ελληνική συρίζω

verb σφυρίζω · σφύριξα · σφυρίζομαι · σφυρίχτηκα · σφυριγμένος

  1. κάνω συριστικό ήχο με το στόμα μου χρησιμοποιώντας τα χείλη ή και τα δάχτυλα ※ Σφύριζε ανέμελα την «Καλίνκα», διπλώνοντας μπλουζάκια και πουλόβερ και στριμώχνοντας τις ελβιέλες του στο σακ βουαγιάζ
  2. βγάζω συριστικό ήχο σαν να σφυρίζω ※ Το βαπόρι σφύριξε, κίνησε να φύγει. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
  3. χρησιμοποιώ τη σφυρίχτρα Ο διαιτηρής σφύριξε τη λήξη του αγώνα.
  4. figuratively, μεταφορικά λέω σε κάποιον κάτι χωρίς να γίνω αντιληπτός από τρίτον

In English

  • whistle to produce a whistling sound

Talk about this word

Cite this
MLA

"σφυρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σφυρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"σφυρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σφυρίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}