米克温

σφυροκοπώ

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

σφυροκοπώ

它从哪里来

σφυροκοπώ < σφυρί + -κοπώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σφυροκοπέω (σφυρηλατώ), (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική marteler)

动词 σφυροκοπώ · σφυροκοπάω · σφυροκοπούμαι · σφυροκοπιέμαι

  1. literally, κυριολεκτικά σφυρηλατώ
  2. figuratively, μεταφορικά καταφέρω σφοδρά πλήγματα εναντίον αντιπάλου, βομβαρδίζω
  3. figuratively, μεταφορικά, για την επισήμανση έντονου πόνου στο ανθρώπινο σώμα επιτίθεμαι έντονα

英语

讨论这个词

引用
MLA

"σφυροκοπώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CF%8E. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σφυροκοπώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CF%8E

Chicago

"σφυροκοπώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σφυροκοπώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CF%8E},
  urldate = {2026-11-06}
}