σχέδιο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σχέδιο

  • ˈsçe.ði.o

Where it comes from

σχέδιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχέδιον, ουδέτερο του σχέδιος < σχεδόν, και σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική schizzo

noun σχέδιο · σχέδια · σχεδίου · σχέδιου · σχεδίων

  1. αναπαράσταση ενός αντικειμένου πάνω σε χαρτί ή άλλη επιφάνεια με τη χρήση γραμμών, συνήθως υπό κλίμακα
  2. η τέχνη του να σχεδιάζεις και το μάθημα που διδάσκει την τέχνη αυτή έδωσε εξετάσεις στο γραμμικό και το ελεύθερο σχέδιο
  3. μοτίβο παρατηρούσε τα σχέδια του πλεξίματος στο υφαντό
  4. προσχέδιο έχω γράψει κάτι, αλλά ακόμα είναι απλώς ένα σχέδιο· θα χρειαστεί πολλή δουλειά για να το ολοκληρώσω
  5. σκέψη, επιθυμία για κάτι που προγραμματίζω ώστε να πραγματοποιηθεί στο μέλλον τι σχέδια κάνετε για τις καλοκαιρινές διακοπές;

Similar: πλάνο

Thesaurus

noun

Similar: πλάνο

In English

  • design plan
  • drawing picture, likeness, diagram or representation
  • plan technical drawing
  • scheme systematic plan of future action

Talk about this word

Cite this
MLA

"σχέδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σχέδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF

Chicago

"σχέδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σχέδιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}