σχέδιο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σχέδιο
- ˈsçe.ði.o
Where it comes from
σχέδιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχέδιον, ουδέτερο του σχέδιος < σχεδόν, και σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική schizzo
noun σχέδιο · σχέδια · σχεδίου · σχέδιου · σχεδίων
- αναπαράσταση ενός αντικειμένου πάνω σε χαρτί ή άλλη επιφάνεια με τη χρήση γραμμών, συνήθως υπό κλίμακα
- η τέχνη του να σχεδιάζεις και το μάθημα που διδάσκει την τέχνη αυτή έδωσε εξετάσεις στο γραμμικό και το ελεύθερο σχέδιο
- μοτίβο παρατηρούσε τα σχέδια του πλεξίματος στο υφαντό
- προσχέδιο έχω γράψει κάτι, αλλά ακόμα είναι απλώς ένα σχέδιο· θα χρειαστεί πολλή δουλειά για να το ολοκληρώσω
- σκέψη, επιθυμία για κάτι που προγραμματίζω ώστε να πραγματοποιηθεί στο μέλλον τι σχέδια κάνετε για τις καλοκαιρινές διακοπές;
Similar: πλάνο
Thesaurus
noun
Similar: πλάνο
In English
Talk about this word "σχέδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. σχέδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF "σχέδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σχέδιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}