σχετίζομαι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σχετίζομαι

Where it comes from

σχετίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος σχετίζω

verb σχετίζομαι · σχετιζόμουν · σχετιζόμουνα · θα σχετίζομαι · να σχετίζομαι

  1. συνδέομαι λογικά ή αιτιολογικά με κάτι, έχω σχέση ※ Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπ
  2. σπανιότερα συνδέομαι κοινωνικά ή φιλικά με κάποιον, έχω κοινωνική ή φιλική σχέση έχω ερωτική σχέση ή δεσμό με κάποιο πρόσωπο

Talk about this word

Cite this
MLA

"σχετίζομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

σχετίζομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"σχετίζομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σχετίζομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-08}
}