σχολαστικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σχολαστικός

  • sxo.la.stiˈkos

Where it comes from

σχολαστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχολαστικός (αρχαία σημασία: μορφωμένος, που του αρέσει η άνεση) < σχολάζω, σχολασ- + -τικός

:* για τα φιλοσοφικά ρεύματα και για τη συμπεριφορά < γαλλική scolastique < λατινική scholasticus < αρχαία ελληνική σχολαστικός

adjective σχολαστικός · σχολαστική · σχολαστικό · σχολαστικού · σχολαστικής

  1. φιλοσοφία που έχει σχέση με το θεολογικό και φιλοσοφικό τρόπο σκέψης του Μεσαίωνα, με τον οποίο επιδιωκόταν η θεμελίωση των χριστιανικών αντιλήψεων και δογμάτων στη φιλοσοφία και τη λογική, κυρίως με βάση τις πλατωνικές, νεοπλατωνικές και αριστοτελικές αρχές
  2. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό που χαρακτηρίζεται από υπερβολική προσήλωση στις τυπικές λεπτομέρειες, εις βάρος της ουσίας
  3. που γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή

    Similar: τιτίζης, λεπτολόγος

noun σχολαστικός · σχολαστική · σχολαστικό · σχολαστικού · σχολαστικής

  1. ο θεολόγος, ο μελετητής ή ο φιλόσοφος που υιοθετεί τον παραπάνω τρόπο σκέψης

adjective σχολαστικός · σχολαστική · σχολαστικό · σχολαστικού · σχολαστικής

  1. dated, rare, παρωχημένο, σπάνιο, ιταλισμός σχολικός, που σχετίζεται με το σχολείο, που προορίζεται για σχολική χρήση ※ 19ος αιώνας - Αδάμ Χ. Γάσπαρης, Σχολαστική γεωγραφία διερμηνευτική του νέου μεθοδικού σχολαστικού άτλαντος (Βιέννη: Εν τη τυπογραφία του Λεοπόλδου Γρουνδ, 1808)

In English

  • pedantic like a pedant
  • pedant person overly concerned with formal rules and trivial points of learning
  • fussy particular about details
  • punctilious strictly attentive to detail

Talk about this word

Cite this
MLA

"σχολαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σχολαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"σχολαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σχολαστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}