σχολείο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σχολείο

  • sxoˈli.o

Sounds like σχόλιο

Where it comes from

σχολείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχολ(εῖον) + -είο < αρχαία ελληνική σχολή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική école και από τη γερμανική Schule < λατινική schola < αρχαία ελληνική σχολή

noun σχολείο · σχολεία · σχολείου · σχολείων

  1. εκπαίδευση εκπαιδευτικός θεσμός με σκοπό την παροχή μόρφωσης στα παιδιά μέσω της συστηματικής διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων
  2. μία συγκεκριμένη σχολική μονάδα της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που στεγάζεται σε δικό της κτίριο (ή συστεγάζεται με άλλες) και έχει δική της διεύθυνση και διδακτικό προσωπικό
  3. το κτίριο που στεγάζει μια σχολική μονάδα
  4. ο χρόνος κατά τον οποίο κάποιος, μαθητής ή εκπαιδευτικός, διδάσκει ή παρακολουθεί μαθήματα
  5. figuratively, μεταφορικά οτιδήποτε προσφέρει πολύτιμες εμπειρίες και διδάγματα Το μεγαλύτερο σχολείο είναι η ίδια η ζωή.

In English

  • school an institution dedicated to teaching and learning

Talk about this word

Cite this
MLA

"σχολείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σχολείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Chicago

"σχολείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σχολείο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}