σχολείο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σχολείο
- sxoˈli.o
Sounds like σχόλιο
Where it comes from
σχολείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχολ(εῖον) + -είο < αρχαία ελληνική σχολή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική école και από τη γερμανική Schule < λατινική schola < αρχαία ελληνική σχολή
noun σχολείο · σχολεία · σχολείου · σχολείων
- εκπαιδευτικός θεσμός με σκοπό την παροχή μόρφωσης στα παιδιά μέσω της συστηματικής διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων
- μία συγκεκριμένη σχολική μονάδα της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που στεγάζεται σε δικό της κτίριο (ή συστεγάζεται με άλλες) και έχει δική της διεύθυνση και διδακτικό προσωπικό
- το κτίριο που στεγάζει μια σχολική μονάδα
- ο χρόνος κατά τον οποίο κάποιος, μαθητής ή εκπαιδευτικός, διδάσκει ή παρακολουθεί μαθήματα
- οτιδήποτε προσφέρει πολύτιμες εμπειρίες και διδάγματα Το μεγαλύτερο σχολείο είναι η ίδια η ζωή.
In English
- school an institution dedicated to teaching and learning
Talk about this word "σχολείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. σχολείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF "σχολείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σχολείο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}