σωλήνας
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
σωλήνας
- soˈli.nas
מאיפה זה בא
σωλήνας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σωλήν από την αιτιατική ενικού «τὸν σωλῆνα»
שם עצם σωλήνας · σωλήνες · σωλήνα · σωλήνων
- κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο κατασκευασμένο συνήθως από μέταλλο ή πλαστικό που χρησιμοποιείται κυρίως ως αγωγός για τη μεταφορά υγρών (π.χ. νερού) ή αερίων (π.χ. φυσικό αέριο) ή για την τοποθέτηση ηλεκτρικών ή τηλεφωνικών καλωδίων
- οποιοδήποτε κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο ※ Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάτα
באנגלית
לדבר על המילה הזו "σωλήνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σωλήνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B1%CF%82 "σωλήνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B1%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {σωλήνας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}