σωτηρία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σωτηρία¹
- so.tiˈɾi.a
Where it comes from
σωτηρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σωτηρία
noun σωτηρία
- απαλλαγή, απελευθέρωση από δύσκολη κατάσταση, κίνδυνο ή ασθένεια ※ Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
- η λύτρωση της ανθρωπότητας από δεινά όπως ο πόνος, η κακία ή ο θάνατος
Σωτηρία²
Where it comes from
Σωτηρία < θηλυκό του Σωτήρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
proper noun Σωτηρία · Σωτηρίες · Σωτηρίας · Σωτηριών
- γυναικείο όνομα
In English
- salvation the process of being saved (religion)
- deliverance Extrication from danger, imprisonment, etc.
Talk about this word "σωτηρία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σωτηρία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1 "σωτηρία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σωτηρία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%89%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}