σύγκλητος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σύγκλητος

  • ˈsiŋ.ɡli.tos

Where it comes from

σύγκλητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύγκλητος (επίθετο, εννοείται βουλή: μετά από πρόσκληση) < συγκαλέω / συγκαλῶ < σύν (σύγ-) + καλέω / καλῶ

:* για τη σύγκλητο πανεπιστημίων < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Senat

:* για τη ρωμαϊκή σύγκλητο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύγκλητος, σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική senatus

noun σύγκλητος · σύγκλητοι · συγκλήτου · συγκλήτων · σύγκλητο · συγκλήτους

  1. εκπαίδευση το ανώτερο διοικητικό όργανο ενός πανεπιστημίου
  2. ιστορία, πολιτική πολιτικός θεσμός της αρχαίας Ρώμης ※ Ἐκ τοῦ Σουετονίου μανθάνομεν ὅτι ἡ σύγκλητος ἔδωκεν εἰς τὸν Καίσαρα διὰ ψηφίσματος την ὅλως ἰδιαιτέραν χάριν του νὰ φέρη πάντοτε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του στέμμα ἐκ δάφνης. Ὁ Καῖσαρ δὲν ἤθελε νὰ δεικνύη ὅτι ἦτον ὁ κατακτητὴς τοῦ κόσμου, ἀλλ' ἤθελε νὰ κρύπτη την φαλακρότητά του. (George Gordon Byron Baro

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σύγκλητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύγκλητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"σύγκλητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύγκλητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}