σύγκρουση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σύγκρουση
- ˈsiŋ.ɡɾu.si
Where it comes from
σύγκρουση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύγκρου(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε σύγ- + κρούση. → δείτε τη λέξη συγκρούομαι
noun σύγκρουση · συγκρούσεις · σύγκρουσης · συγκρούσεων
- ορμητική πτώση ενός κινούμενου αντικειμένου πάνω σε άλλο κινούμενο ή ακίνητο αντικείμενο θανατηφόρα μετωπική σύγκρουση δύο αυτοκινήτων
-
πολεμική, αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους μάχη, αναμέτρηση, διαφωνία
※ Η δομή, πρωταρχική και βασική, στην πραγματικότητα περιορίζεται σε μια αρχετυπική σύγκρουση αντιθετικών ζευγαριών: του Καλού με το Κακό, του Ανθρώπου με το Κτήνος, της Γυναίκας με τον Άντρα, του Παιδιού με τον Ενήλικο, του Πολιτισμού με τη Φύση. (Μαρί Λου, Πρόμαχος, εκδ. Πατάκης, 2016, μεταφραστής
Similar: σύρραξη
- αναντιστοιχία, ασυμβατότητα οι απόψεις σου έρχονται σε σύγκρουση με την κοινή λογική
- η εσφαλμένη υπαγωγή περιοχής δίσκου, κάρτας μνήμης ή άλλου φορέα δεδομένων σε διαφορετικά (περισσότερα του ενός) αναγνωριστικά (αναγνωριστικούς κώδικες)
- collision: η ταυτόχρονη χρήση ομοίων ονομάτων (πχ. μεταβλητών, συναρτήσεων) ή κωδικών (πχ. κωδικών κατατεμαχισμού), οπότε δημιουργείται πρόβλημα ταυτοποίησης τους
In English
Talk about this word "σύγκρουση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. σύγκρουση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B7 "σύγκρουση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σύγκρουση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}