σύγχρονος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σύγχρονος

  • ˈsiŋ.xɾo.nos

Where it comes from

σύγχρονος < αρχαία ελληνική σύγχρονος

adjective σύγχρονος · σύγχρονη · σύγχρονο · σύγχρονου · σύγχρονης

  1. της ίδιας χρονικής περιόδου ή ηλικίας Ο Πλάτωνας ήταν σύγχρονος του Σωκράτη.
  2. ταυτόχρονος
  3. που ανήκει ή αναφέρεται στην εποχή μας Παιδιά-σκλάβοι στα σύγχρονα κάτεργα (τίτλος άρθρου στην εφημερίδα ΑΥΓΗ, 11 Ιουνίου 2011)
  4. που συμβαδίζει με το πνεύμα της εποχής μας και υιοθετεί τις αντιλήψεις και καινοτομίες της σε αντίθεση με αυτόν που παραμένει προσκολλημένος στο παρελθόν Στα νέα μοντέλα αυτοκινήτων βρίσκει κανείς όλες τις σύγχρονες τεχνολογικές καινοτομίες.
  5. πληροφορική λειτουργία (πχ. συνάρτηση) σε υπολογιστή που εκτελείται όταν έχουν ολοκληρωθεί οι προηγούμενες λειτουργίες, δηλαδή σε συγκεκριμένη σειρά και όχι ταυτόχρονα (ασύγχρονα)

    Opposite: ασύγχρονος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σύγχρονος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύγχρονος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"σύγχρονος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύγχρονος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}