σύγχυση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σύγχυση

  • ˈsiŋ.çi.si

Where it comes from

σύγχυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύγχυσις < συγχέω < σύν + χέω

:* (ψυχιατρικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική confusion

:* (ταραχή) < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική turbamento

: Για τις διαφοροποιημένες γραφές, ως εξής: σύγχυση - συγχέω (τα μπερδεύω), σύγχιση - συγχίζω (εκνευρίζω)

noun σύγχυση · συγχύσεις · σύγχυσης · συγχύσεων

  1. μπερδεμένη κατάσταση ή αντίληψη της κατάστασης, που προκύπτει από άγνοια, ασάφεια, αταξία κ.λπ. Oι οπλίτες χαμογελούσαν με αυτοπεποίθηση καθώς άρχιζε η μάχη και για να προκαλέσουν σύγχυση, όμως μέσα στη μάχη επικρατούσαν σκληρότεροι μορφασμοί, κυρίως όμως η τακτική και η αριθμητική υπεροχή.
  2. ψυχιατρική, νομικός όρος διαταραγμένη διανοητική, συνειδησιακή ή συναισθηματική κατάσταση, που συνεπάγεται ελαφρύτερο -ή και καθόλου- καταλογισμό ευθυνών
  3. ταραχή

In English

  • obfuscation confusion, bewilderment, or a baffled state resulting from something obfuscated
  • conflation a blowing or fusing together
  • confusion lack of clarity or order
  • clutter a confused disordered jumble of things
  • perplexity the state or quality of being perplexed
  • bewilderment state of being bewildered

Talk about this word

Cite this
MLA

"σύγχυση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύγχυση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%85%CF%83%CE%B7

Chicago

"σύγχυση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%85%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύγχυση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%85%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}