σύζευξη
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
σύζευξη
- ˈsi.zef.ksi
Откуда оно
σύζευξη < αρχαία ελληνική σύζευξις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική copulation / jonction / liaison)
существительное σύζευξη · συζεύξεις · σύζευξης · συζεύξεων
- το ζέψιμο δύο ή περισσοτέρων υποζυγίων (αλόγων, βοδιών, κ.ά.) για όργωμα, μεταφορά άμαξας, κ.λπ.
- συνένωση, συναρμογή, στενή σύνδεση σύζευξη σκοπών
- συνένωση μηχανών ή ηλεκτρικών συσκευών, ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα
- η ένωση δύο ανθρώπων και η ανταλλαγή γεννητικών προϊόντων
- η ένωση διά του γάμου
- λογικός δυαδικός τελεστής (πράξη) που δέχεται δύο λογικές προτάσεις και δίνει αποτέλεσμα 'Αληθής' (true) όταν και οι δύο προτάσεις είναι 'Αληθείς', αλλιώς δίνει 'Ψευδής' (false) Συμβολισμός: ∧, όπως p∧q, όπου p,q λογικές προτάσεις και διαβάζεται «p και q»
- η σύνθετη λογική πρόταση (συζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∧ (βλ. προηγούμενο)
Синонимы и антонимы
По-английски
- conjunction act of joining or being joined
- connection established communications or transportation link
- union marriage
- conjugation coming together of things
- coupling act of joining together to form a couple
Обсудить это слово "σύζευξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. σύζευξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7 "σύζευξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {σύζευξη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}