σύζευξη

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

σύζευξη

  • ˈsi.zef.ksi

Откуда оно

σύζευξη < αρχαία ελληνική σύζευξις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική copulation / jonction / liaison)

существительное σύζευξη · συζεύξεις · σύζευξης · συζεύξεων

  1. το ζέψιμο δύο ή περισσοτέρων υποζυγίων (αλόγων, βοδιών, κ.ά.) για όργωμα, μεταφορά άμαξας, κ.λπ.
  2. figuratively, μεταφορικά συνένωση, συναρμογή, στενή σύνδεση σύζευξη σκοπών
  3. συνένωση μηχανών ή ηλεκτρικών συσκευών, ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα
  4. βιολογία η ένωση δύο ανθρώπων και η ανταλλαγή γεννητικών προϊόντων
  5. η ένωση διά του γάμου
  6. λογική λογικός δυαδικός τελεστής (πράξη) που δέχεται δύο λογικές προτάσεις και δίνει αποτέλεσμα 'Αληθής' (true) όταν και οι δύο προτάσεις είναι 'Αληθείς', αλλιώς δίνει 'Ψευδής' (false) Συμβολισμός: ∧, όπως p∧q, όπου p,q λογικές προτάσεις και διαβάζεται «p και q»
  7. λογική η σύνθετη λογική πρόταση (συζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∧ (βλ. προηγούμενο)

Похожие: γάμος, ένωση, σύνδεση, σύζευγμα, συζυγία, συνένωση

Синонимы и антонимы

существительное

Похожие: γάμος, ένωση, σύνδεση, σύζευγμα, συζυγία, συνένωση

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"σύζευξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύζευξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7

Chicago

"σύζευξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύζευξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}