σύθαμπο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σύθαμπο

Where it comes from

σύθαμπο < συν- + θαμπός + -ο

noun σύθαμπο · σύθαμπα · σύθαμπου · σύθαμπων

  1. literary, λογοτεχνικό το σούρουπο ※ Η πόλη, πολύχρωμη ακόμα και τη νύχτα, ήταν κατάφωτη, αλλά μονάχα κατά τόπους, όπως τα λιμάνια. Σκιές που τις παρέσυρε ο άνεμος σάρωναν τα πεζοδρόμια. Μέσα στο σύθαμπο τα λιγοστά δέντρα έμοιαζαν βουτηγμένα στην καρβουνόσκονη, με τα κλαδιά τους λυγισμένα από το βάρος της αιθάλης.
  2. literary, λογοτεχνικό το λυκαυγές, το χάραμα ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Το βασιλόπουλο, από τη συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης, εκδόσεις: Ιωάννης Δ. Κολλάρος, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1924.

Talk about this word

Cite this
MLA

"σύθαμπο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σύθαμπο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF

Chicago

"σύθαμπο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σύθαμπο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}